Μια φορά κι έναν καιρό, βαθιά μέσα σε ένα πανάρχαιο δάσος, εκεί όπου το φως δυσκολευόταν να φτάσει και η νύχτα μιλούσε πιο καθαρά από τη μέρα, υπήρχε ένα τεράστιο πουλί με ασημένια φτερά. Κανείς δεν ήξερε πόσων αιώνων ήταν. Όταν άπλωνε τα φτερά του, ο αέρας σταματούσε για λίγο να φυσά.

Λέγεται πως πετούσε πάνω από τους ανθρώπους και μπορούσε να δει όχι το πρόσωπό τους… αλλά την αλήθεια που έκρυβαν μέσα τους.

Κάθε νύχτα λοιπόν, την πιο απόκρυφη ώρα εκεί λίγο πριν ξημερώσει ο πουλί κατέβαινε σε ένα ξέφωτο. Στη μέση υπήρχε μια φωτιά. Μια εστία. Και γύρω από αυτήν μαζεύονταν πλάσματα παράξενα.

Πρώτη ερχόταν η άγρια τίγρης. Τα μάτια της ήταν έντονα και το σώμα της γεμάτο ουλές. Γρύλιζε πριν καν της μιλήσουν. Είχε μάθει πως αν δείξει θυμό, κανείς δεν θα πλησιάσει αρκετά για να τη βλάψει ξανά. Κανείς όμως δεν ήξερε πως κάποτε ήταν ένα μικρό τιγράκι που περίμενε μάταια να το προστατεύσουν.

Δίπλα της στεκόταν ένα μεγάλο δέντρο. Κρατούσε σφιχτά τα φύλλα του ακόμη και όταν ερχόταν ο χειμώνας. Έτρεμε στην ιδέα να τα χάσει. «Αν γυμνωθώ, θα φανεί πόσο άδειο είμαι», ψιθύριζε. Και δεν καταλάβαινε πως μόνο όταν άφηνε τα παλιά φύλλα να πέσουν, μπορούσε η άνοιξη να το ξαναγεννήσει.

Λίγο πιο πέρα καθόταν ένας καλοκάγαθος γίγαντας. Η καρδιά του ήταν μαλακή σαν χώμα μετά τη βροχή. Όμως η όψη του τρόμαζε τους πάντες. Όπου κι αν πήγαινε, οι άλλοι έκαναν πίσω πριν προλάβει να μιλήσει. Έτσι έμαθε να μικραίνει τη φωνή του και να κρύβει την τρυφερότητά του μέσα στη σιωπή.

Πάνω σε ένα κλαδί ζούσε μια μικρή αράχνη με τεράστια μάτια. Έπλεκε ασταμάτητα ιστούς. Ιστούς σκέψεων. Ιστούς φόβου. Ιστούς πιθανοτήτων. Κάποιες φορές μπλεκόταν και η ίδια μέσα τους και δεν ήξερε πώς να βγει. Μα συνέχιζε να πλέκει γιατί πίστευε πως αν σταματήσει, όλα θα καταρρεύσουν.

Και τέλος… υπήρχε η Αόρατη. Κανείς δεν την είχε δει πραγματικά. Όλοι όμως ένιωθαν πως ήταν εκεί. Σαν ανάσα πίσω από τα δέντρα. Σαν βλέμμα μέσα στο σκοτάδι. Η Αόρατη δεν είχε μάθει ποτέ να εμφανίζεται. Να λέει «εδώ είμαι». Να πιάνει χώρο. Να ζητά να τη δουν. Έτσι στεκόταν πάντα λίγο πιο μακριά από τη φωτιά.

Μέχρι που ένα βράδυ το πανάρχαιο πουλί άνοιξε τα τεράστια φτερά του και είπε: «Δεν συναντιέστε εδώ για να αλλάξετε αυτό που είστε. Συναντιέστε εδώ για να σταματήσετε να κρύβεστε από αυτό.»

Και τότε για πρώτη φορά… η τίγρης σταμάτησε να γρυλίζει, το δέντρο άφησε ένα φύλλο να πέσει, ο γίγαντας ακούμπησε απαλά το χέρι του στο χώμα, η αράχνη ξεμπέρδεψε έναν ιστό, και η Αόρατη… έκανε ένα βήμα προς τη φωτιά.

Γιατί εκείνη τη νύχτα κατάλαβαν όλοι κάτι σημαντικό: Πως η ομάδα δεν είναι ένα μέρος όπου πρέπει να γίνεις κάποιος άλλος. Είναι το μέρος όπου μπορείς επιτέλους να εμφανιστείς όπως είσαι.

Εσύ… με ποιον χαρακτήρα ταυτίστηκες περισσότερο;

Στη Βάρκιζα, έχουμε ομάδες κάθε Δευτέρα πρωί μόνο για γυναίκες και Τετάρτη απόγευμα μεικτές. Σε προσκαλώ, ενα βήμα πιο κοντά στη φωτιά…

Εύη Βασιλείου, Ψυχολόγος Msc

Leave a Reply

Discover more from Ψυχολογία & Ενέργεια

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading