Υπάρχουν απώλειες που δεν έχουν ημερομηνία, τάφο ή αφήγηση. Υπάρχουν άνθρωποι που χάθηκαν τόσο βίαια, ώστε δεν πρόλαβαν να γίνουν πένθος. Και όταν μια απώλεια δεν πενθείται, δεν τελειώνει. Απλώς αλλάζει μορφή.
Ο παππούς μου, Μικιρδιτς Ατζεμιάν, έφτασε στην Ελλάδα με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Για την ιστορία του πριν, για τη Σμύρνη, για την οικογένειά του, δεν μίλησε ποτέ. Η σιωπή του δεν ήταν απουσία λόγου, ήταν ένας άλλος τρόπος μνήμης.
Ο πατέρας του, Αγκόπ, όπως τόσοι άλλοι έμποροι της Σμύρνης, έφυγε για ένα επαγγελματικό ταξίδι. Δεν γύρισε ποτέ. Δεν υπάρχει αφήγηση, δεν υπάρχει επιβεβαίωση, μόνο η γνώση — σχεδόν βεβαιότητα — ότι κάπου σφαγιάστηκε, όπως χιλιάδες άλλοι. Ένας άνθρωπος που εξαφανίστηκε χωρίς αποχαιρετισμό, χωρίς σώμα, χωρίς λέξεις.
Στη γλώσσα της ψυχολογίας, αυτή ονομάζεται απώλεια χωρίς κλείσιμο (ambiguous loss). Στη φαινομενολογία του τραύματος, είναι μια από τις πιο βαριές μορφές απώλειας, γιατί το σύστημα δεν μπορεί να ολοκληρώσει τον κύκλο του πένθους.
Η Νουρίτσα και η κληρονομιά της αντοχής
Κάπου μέσα σε αυτή τη σιωπή των ανδρών που χάθηκαν, υπάρχει και μια άλλη ιστορία. Λιγότερο ειπωμένη, αλλά βαθιά χαραγμένη στο σώμα του συστήματος.
Η Νουρίτσα, η γυναίκα του Αγκοπ, η προγιαγιά μου, έφτασε στην Ελλάδα μόνη — αλλά όχι άδεια. Έφτασε με τα έξι της αγόρια ζωντανά. Σε έναν κόσμο που κατέρρεε, εκείνη κράτησε τη ζωή. Δεν γνωρίζουμε πώς. Ξέρουμε μόνο ότι τα κατάφερε.
Ίσως τότε, μέσα από εκείνη, το οικογενειακό μας σύστημα έμαθε κάτι θεμελιώδες:
ότι οι γυναίκες αντέχουν.
ότι κινούνται όταν όλα γύρω διαλύονται.
ότι δεν έχουν την πολυτέλεια να σταματήσουν.
Στη φαινομενολογική ματιά του Bert Hellinger, τέτοιες μορφές γίνονται πυλώνες επιβίωσης. Η δύναμή τους δεν είναι συναισθηματική αφήγηση· είναι πράξη. Και όταν μια γυναίκα σώζει τη ζωή — όχι συμβολικά, αλλά κυριολεκτικά — αυτή η κίνηση εγγράφεται βαθιά στο σύστημα.
Ίσως γι’ αυτό, σήμερα, να δυσκολεύομαι να μείνω ακίνητη.
Ίσως γι’ αυτό το «τίποτα» να μην είναι εύκολο.
Ίσως η ανάπαυση να μοιάζει ασυνείδητα με κίνδυνο.
Όχι γιατί δεν επιτρέπεται.
Αλλά γιατί κάποτε, για να επιβιώσει η ζωή, κανείς δεν μπορούσε να σταματήσει.
Η διαγενεακή μεταβίβαση δεν μεταφέρει μόνο τον πόνο. Μεταφέρει και την αντοχή. Όμως η αντοχή, όταν δεν αναγνωρίζεται, μπορεί να γίνει αδιάκοπη κίνηση, υπερλειτουργία, αδυναμία να αφεθεί κανείς στο παρόν.
Ίσως, τιμώντας τη Νουρίτσα, να μην χρειάζεται πια να αποδεικνύεται η δύναμη.
Ίσως η μεγαλύτερη πράξη σεβασμού προς εκείνη να είναι — επιτέλους —
να επιτραπεί και η παύση.
Όταν η απώλεια δεν πενθείται, μεταβιβάζεται
Ο Μικιρδιτς μεγάλωσε με έναν πατέρα που δεν γύρισε ποτέ. Ο Αγκόπ, όπως τόσοι άλλοι έμποροι της Σμύρνης, έφυγε για ένα επαγγελματικό ταξίδι και χάθηκε. Δεν υπάρχει αφήγηση, δεν υπάρχει τάφος, δεν υπάρχει ημερομηνία. Μόνο η σχεδόν βέβαιη γνώση ότι σφαγιάστηκε μέσα στη γενικευμένη βία της εποχής. Πρόκειται για μια απώλεια χωρίς κλείσιμο — μια απώλεια που δεν μπόρεσε ποτέ να πενθηθεί.
Στη θεωρία του τραύματος, τέτοιες απώλειες δεν «κλείνουν» με τον χρόνο. Παραμένουν ανοιχτές στο οικογενειακό σύστημα και μεταφέρονται στις επόμενες γενιές όχι ως ανάμνηση, αλλά ως στάση ζωής. Ο Μικιρδιτς δεν μίλησε. Κράτησε τη μορφή του αυστηρά περιποιημένη, τα μαλλιά του πάντα χτενισμένα προς τα πίσω, με μια ιδιαίτερη γυαλάδα. Αγάπησε την κλασική μουσική. Υπήρξε προσεκτικός με το φαγητό, με τον χώρο, με το σώμα του. Όχι από ματαιοδοξία, αλλά σαν ένας άνθρωπος που έμαθε ότι η τάξη και ο έλεγχος είναι τρόποι επιβίωσης.
Όμως η απώλεια του Αγκόπ δεν μεταβιβάστηκε μόνο μέσω της σιωπής του γιου του. Μεταβιβάστηκε και μέσα από τη Νουρίτσα.
Η Νουρίτσα, η γυναίκα του Αγκόπ, η προγιαγιά μου, έφτασε στην Ελλάδα με τα έξι της αγόρια ζωντανά. Δεν γνωρίζουμε πώς. Γνωρίζουμε μόνο ότι δεν είχε την πολυτέλεια να πενθήσει. Όταν πρέπει να κρατηθούν έξι παιδιά στη ζωή, το πένθος αναστέλλεται. Μετατίθεται. Ενσωματώνεται.
Στη φαινομενολογική προσέγγιση του Bert Hellinger, τέτοιες γυναίκες γίνονται οι σιωπηλοί φορείς της συνέχειας του συστήματος. Δεν αφηγούνται, πράττουν. Δεν σταματούν, κινούνται. Η δύναμή τους δεν είναι συναισθηματική έκφραση, αλλά επιβίωση. Και αυτή η κίνηση εγγράφεται βαθιά στις επόμενες γενιές.
Ίσως τότε το οικογενειακό μας σύστημα έμαθε ότι για να ζήσεις, δεν πρέπει να σταματήσεις. Ότι η ακινησία είναι επικίνδυνη. Ότι το «τίποτα» δεν είναι ανάπαυση, αλλά απειλή.
Σήμερα, αναγνωρίζω στον εαυτό μου αυτή την κληρονομιά. Τη δυσκολία να μείνω ακίνητη. Τη δυσκολία να απολαύσω για λίγο το «τίποτα». Όχι ως προσωπική αδυναμία, αλλά ως διαγενεακή μνήμη. Ως συνέχεια μιας γυναίκας που έσωσε τη ζωή προχωρώντας μπροστά χωρίς παύση.
Η διαγενεακή μεταβίβαση δεν αφορά μόνο το τραύμα. Αφορά και την αντοχή. Όμως όταν η αντοχή δεν αναγνωρίζεται, μπορεί να μετατραπεί σε αδιάκοπη κίνηση, σε υπερλειτουργία, σε αδυναμία ανάπαυσης. Όταν η απώλεια δεν πενθείται, μεταβιβάζεται άλλοτε ως πόνος, άλλοτε ως δύναμη. Και συχνά, ως και τα δύο μαζί.
Η φαινομενολογική ματιά του Bert Hellinger
Ο Bert Hellinger περιέγραψε με ακρίβεια αυτό το φαινόμενο:
όταν ένα μέλος του οικογενειακού συστήματος χάνεται βίαια ή αποκλείεται από τη μνήμη, το σύστημα αναζητά τρόπους να το θυμηθεί. Συχνά όχι μέσω λόγων, αλλά μέσω των απογόνων.
Οι επόμενες γενιές μπορεί:
- να έλκονται ανεξήγητα από μια ιστορία που δεν έζησαν,
- να κουβαλούν θλίψη χωρίς προσωπικό γεγονός,
- να βιώνουν επαναλαμβανόμενες απώλειες σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους.
Στη φαινομενολογία, αυτό δεν είναι σύμπτωση. Είναι πιστή αφοσίωση στη μνήμη του συστήματος.
Φεβρουάριος: ο χρόνος που επιστρέφει
Σήμερα μπαίνει ο μήνας Φεβρουάριος. Και στη δική μου οικογένεια, αυτός ο μήνας μετρά απώλειες. Κάθε χρόνο, ο Φεβρουάριος φέρνει πένθος. Και αναρωτιέμαι:
υπάρχει πιθανότητα ο προπάππους μου, ο Αγκόπ, να χάθηκε Φεβρουάριο;
Δεν υπάρχει απάντηση. Υπάρχει όμως ένα φαινόμενο.
Στην ψυχοδυναμική και τη μελέτη του τραύματος, αυτό ονομάζεται επετειακό σύνδρομο, η επανεμφάνιση συναισθημάτων, συμπτωμάτων ή γεγονότων γύρω από την ίδια χρονική περίοδο ενός παλαιού, συχνά μη επεξεργασμένου τραύματος. Ακόμη κι όταν η ακριβής ημερομηνία δεν είναι γνωστή, το σώμα και το σύστημα «θυμούνται» τον χρόνο.
Δεν πρόκειται για μαγική σκέψη. Πρόκειται για ενσωματωμένη μνήμη. Για τον τρόπο που το τραύμα εγγράφεται όχι μόνο στη συνείδηση, αλλά στον ρυθμό της ζωής.
Η έλξη προς τη Σμύρνη και η αναζήτηση νοήματος
Εμένα πάντα με τραβούσε η Σμύρνη. Έκλαιγα. Έψαχνα. Καθηλωνόμουν στις αφηγήσεις της Μικρασιατικής Καταστροφής. Όχι σαν αναγνώστης, αλλά σαν κάποιος που προσπαθεί να θυμηθεί κάτι που δεν του ειπώθηκε ποτέ.
Ίσως αυτή η έλξη να μην ήταν επιλογή.
Ίσως να ήταν ανάγκη του συστήματος να αποκτήσει φωνή.
Ίσως σε αυτή την ιστορία να οφείλεται η επιλογή των σπουδών μου. Ίσως και η αδιάκοπη ανάγκη μου να αναζητώ νέους δρόμους στην επιστήμη μου. Σαν μια προσπάθεια να ενώσω μνήμη, σώμα και νόημα. Να δώσω λέξεις εκεί όπου υπήρξε μόνο σιωπή.
Όταν η μνήμη βρίσκει θέση
Όπως θα έλεγε και ο Hellinger, όταν κοιτάζουμε με σεβασμό εκείνους που χάθηκαν, ακόμη κι αν δεν ξέρουμε πώς ή πότε, τους δίνουμε επιτέλους θέση. Και τότε, οι επόμενες γενιές δεν χρειάζεται πια να κουβαλούν το βάρος τους ασυνείδητα.
Ίσως ο Φεβρουάριος να μην είναι πια μόνο μήνας απώλειας.
Ίσως, σιγά σιγά, να γίνει και μήνας μνήμης.
Και η μνήμη, όταν αναγνωρίζεται, παύει να ζητά επιστροφή μέσα από τον πόνο.
Με αγάπη και σεβασμό σε εκείνους που προηγήθηκαν.
Στο σώμα, στη μνήμη, στην κίνηση και στην παύση.
Και δίνοντάς σας θέση, βρίσκω σιγά σιγά και τη δική μου.