Υπάρχουν και αυτές οι σχέσεις που μοιάζουν να μην τελειώνουν ποτέ, κάνουν κύκλους και δεν χωρίζουν παρά μόνο για λίγο. Πονάνε, παίρνουν απόσταση και λίγο μετά, ξανά μαζί.
Για όσους το ζουν, δεν είναι απλώς αδυναμία. Είναι ένα μοτίβο που συχνά συνδέεται με απώλεια, τραύμα και ανάγκη για σταθερότητα.
Φίλοι, συγγενείς, γνωστοί λένε “δεν είναι υγιές αυτό που κάνετε”, δεν ακούς όμως, σωστά:
Ο δεσμός δεν σπάει εύκολα. Η δύναμη της προσκόλλησης
Το σύστημα προσκόλλησης του εγκεφάλου, είναι αυτό που ρυθμίζει την αίσθηση ασφάλειας στην βρεφική ηλικία και μάντεψε ποιοι ενεργοποιούν αυτό το σύστημα στην ενήλικη ζωή. Οι ερωτικοί δεσμοί.
Όταν λοιπόν, χωρίζουμε:
- δεν χάνουμε απλά έναν άνθρωπο,
- χάνουμε ένα ρόλο,
- μία ρουτίνα,
- το κοινό μέλλον,
- την αίσθηση σταθερότητας
Για άτομα με αγχώδη προσκόλληση, ο χωρισμός βιώνεται σαν υπαρξιακή απειλή. Η ανάγκη επανασύνδεσης γίνεται σχεδόν, βιολογική.
Όταν έχει υπάρξει απώλεια, υπάρχει ανάγκη για σταθερό σημείο
Σε κάποιες περιπτώσεις, η δυσκολία να φύγει κάποιος απο μια σχέση δεν αφορά μόνο τη σχέση, αλλά και ο,τι έχει προηγηθεί.
Ένας θάνατος αγαπημένου ανθρώπου.
Ένας προηγούμενος χωρισμός που δεν του δόθηκε χρόνος επούλωσης.
Μια ξαφνική αλλαγή στα σταθερά δεδομένα της ζωής, όπως μετακόμιση, οικονομική κατάρρευση, αλλαγή εργασίας, οικογενειακή ανατροπή.
Όταν η ζωή έχει ήδη διαρραγεί, ο άνθρωπος αναζητά τη σταθερότητα. Ενα σημείο που θα παραμείνει ίδιο. Ίσως, ο σύντροφος, ακόμα και αν η σχέση δεν είναι υγιής, θα μπορούσε να συμβολίζει αυτή τη σταθερότητα.
Δεν επιστρέφει μόνο για τον άνθρωπο, αλλά για την εποχή που ένιωθε λιγότερο χαμένος.
Σε περιόδους πένθους ή έντονου στρες, η ικανότητα λήψης αποφάσεων μειώνεται. Ο εγκέφαλος στρέφεται προς το οικείο, ακόμα και αν αυτό δεν είναι λειτουργικό.
Το φαινόμενο του “συναισθηματικού εθισμού”
Κάποιες σχέσεις λειτουργούν όπως ένας εθισμός, ιδιαίτερα όταν υπάρχει έντονη εναλλαγή:
ένταση → σύγκρουση → απομάκρυνση → δραματική επανασύνδεση.
Αυτό το μοτίβο δημιουργεί διαλείπουσα ενίσχυση. Η αγάπη δεν είναι σταθερή, είναι απρόβλεπτη. Και ακριβώς γι’ αυτό γίνεται πιο εθιστική.
Στις φάσεις επανασύνδεσης εκκρίνονται ισχυρά «ορμονικά κοκτέιλ» (ντοπαμίνη, οξυτοκίνη), που ενισχύουν το δέσιμο.
Ο πόνος ακολουθείται από ανακούφιση. Και η ανακούφιση βιώνεται σαν βαθιά αγάπη.
Ο φόβος της μοναξιάς, ειδικά μετά από απώλεια
Αν κάποιος έχει βιώσει πρόσφατα θάνατο, εγκατάλειψη ή σημαντική ανατροπή, η μοναξιά μπορεί να βιώνεται διπλά.
Δεν είναι απλώς «είμαι μόνος».
Είναι «έχω ήδη χάσει αρκετά».
Το νευρικό σύστημα που έχει βιώσει απώλεια γίνεται υπερευαίσθητο. Η ιδέα ενός ακόμη αποχωρισμού μπορεί να πυροδοτεί έντονο άγχος ή πανικό.
Έτσι, η επιστροφή στον ίδιο σύντροφο μοιάζει σαν τρόπος να αποφευχθεί μια δεύτερη απώλεια.
Η ελπίδα ότι «αυτή τη φορά θα αλλάξει»
Η ελπίδα είναι συχνά πιο ισχυρή μετά από τραυματικά γεγονότα. Όταν όλα μοιάζουν αβέβαια, η ιδέα ότι «τουλάχιστον αυτό μπορεί να σωθεί» λειτουργεί παρηγορητικά.
Όμως, χωρίς πραγματική επεξεργασία του πένθους ή του τραύματος, ο άνθρωπος δεν επιλέγει από καθαρή επιθυμία. Επιλέγει από ανάγκη.
Και η ανάγκη συχνά συγχέεται με αγάπη.
Το trauma bond – όταν ο πόνος δένει
Σε σχέσεις με έντονες συγκρούσεις, απορρίψεις και επανασυνδέσεις, μπορεί να δημιουργηθεί αυτό που η ψυχολογία ονομάζει τραυματικό δέσιμο.
Το άτομο:
- βιώνει πόνο από τη σχέση,
- αλλά ταυτόχρονα βρίσκει ανακούφιση μέσα στην ίδια τη σχέση.
Ο εγκέφαλος συνδέει τον πόνο με την ανακούφιση από το ίδιο πρόσωπο. Έτσι ο δεσμός γίνεται ακόμη πιο δύσκολο να σπάσει.
Είναι πάντα λάθος να επιστρέφει κανείς;
Όχι απαραίτητα.
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο χωρισμός λειτουργεί ως αφύπνιση. Όπου και οι δύο άνθρωποι:
- αναλαμβάνουν ευθύνη,
- δουλεύουν με τον εαυτό τους,
- αλλάζουν ουσιαστικά μοτίβα,
- επανασυνδέονται με μεγαλύτερη ωριμότητα.
Η διαφορά βρίσκεται εδώ:
Υπάρχει πραγματική αλλαγή ή απλώς φόβος απώλειας;
Το βαθύτερο ερώτημα
Δεν είναι:
«Τον/την αγαπώ;»
Είναι:
«Επιστρέφω γιατί τον θέλω ή γιατί φοβάμαι να χάσω ακόμη κάτι;»
«Η σχέση αυτή είναι λιμάνι ή σωσίβιο πανικού;»
«Με αυτή τη σχέση σταθεροποιούμαι ή απλώς αποφεύγω να αντιμετωπίσω το πένθος μου;»
Κάν’το αλλιώς
Οι σχέσεις που χωρίζουν και ξαναενώνονται δεν είναι πάντα τοξικές. Συχνά όμως είναι καθρέφτες ανεπεξέργαστης απώλειας, τραύματος και φόβου.
Όταν κάποιος έχει ήδη βιώσει ρήξη στη ζωή του, έναν θάνατο, μια διάλυση, μια κατάρρευση σταθερών, ο ερωτικός δεσμός μπορεί να γίνει το τελευταίο σημείο ασφάλειας.
Και το να τον αφήσει μοιάζει σαν να γκρεμίζεται και το τελευταίο στήριγμα.
Η ουσιαστική ερώτηση δεν είναι αν πρέπει να φύγει.
Είναι αν έχει προλάβει να πενθήσει αυτά που έχει χάσει.
Γιατί μόνο όταν επεξεργαστούμε το πένθος μας, μπορούμε να επιλέξουμε σχέση από αγάπη, και όχι από φόβο.